Off-Side
|
Η τιμή τιμή δεν έχει
Υπάρχει μια ρατσιστική παροιμία που λέει ότι όταν φτωχύνει ο Εβραίος βγάζει τα παλιά τεφτέρια από το σεντούκι, για να κυνηγήσει αυτούς που του χρωστάνε. Τη θυμήθηκα παρακολουθώντας με αρκετή δόση συμπάθειας την προσπάθεια του υπουργείου Οικονομίας να βγάλει από τη μύγα ξύγκι ξεσκονίζοντας τα παλιά τεφτέρια του αθλητισμού. Η αρχή έγινε με τα προνόμια των Ολυμπιονικών- όπως ερμηνεύεται αυτή η ιδιότητα στα νέα Ελληνικά- κι ακολούθησε η λίστα με τα ληξιπρόθεσμα χρέη των ΠΑΕ- όπως τα αντιλαμβάνεται ο πτωχεύσας υπουργός της κυβέρνησης. Θα ασχοληθώ μόνο με την πρώτη κατηγορία αναζήτησης πόρων επειδή το υπουργείο ή πρέπει να έχει μεσάνυχτα ως προς την αληθινή εικόνα των ληξιπρόθεσμων χρεών ή τα σχετικά δημοσιεύματα να είναι αποκυήματα γόνιμης πλην όμως νοσηρής φαντασίας. Αρχικά, θα δώσουμε τον ελληνικό ορισμό της ιδιότητας του «Ολυμπιονίκη». Στα αρχαία χρόνια, για τα οποία είμαστε τόσο υπερήφανοι, η αντίληψη ήταν πιο κοντά στην αμερικανική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος είναι πρώτος κι οι δεύτερος είναι τίποτα. Ολυμπιονίκης ήταν ένας και μόνος κι αυτόν υποδεχόταν η πόλη της καταγωγής του γκρεμίζοντας μέρος των τειχών της. Το όνομα του Μίλωνα του Κροτωνιάτη έχει μείνει αθάνατο ανά τους αιώνες, αλλά κανείς δεν ξέρει ποιους έδειρε αλύπητα στους τελικούς της πάλης που τον δόξασαν. Χάρη στον Βαρώνο Πιερ Ντε Κουμπερτέν, αναβιωτή των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων και συνάμα θαυμαστή του Χίτλερ, επικράτησε μια πιο ιδεαλιστική άποψη που ήθελε τη συμμετοχή να έχει μεγαλύτερη σημασία από τη νίκη. Λογικό. Στους πρώτους αγώνες, που γίνονταν στα πλαίσια εμποροπανηγύρεων με μικρή προσέλευση αθλητών, έπρεπε να ακούσουν μια καλή κουβέντα οι τολμηροί που υποβάλλονταν σε κόπους και οικονομικές θυσίες για να δώσουν το «παρών». Αποτέλεσμα της νέας πολιτικής ήταν να αποκτήσει ο όρος «Ολυμπιονίκης» ευρύτερη ερμηνεία. Έτσι οι νικητές έγιναν τρεις. Στους άλλους λαούς αρκούσαν τα τρία σκαλοπάτια του βάθρου. Όμως ο αδάμαστος νεοέλληνας έμεινε ανικανοποίητος. Γνωστοί για τη κουβαρντοσύνη της φυλής και την απέχθειά μας στις τσιγκουνιές, επεκτείναμε τον ορισμό του «Ολυμπιονίκη» μέχρι και τον… όγδοο της ανεπίσημης τελικής κατάταξης του αγωνίσματος. Το αμέσως επόμενο βήμα ήταν να ιδρυθεί σύλλογος Ελλήνων Ολυμπιονικών που μέσα σε ελάχιστα χρόνια έφτασε να αριθμεί περισσότερα μέλη από το σωματείο των ηλεκτροδηγών των ΗΣΑΠ. Κι αν οι δοξασμένοι Έλληνες ολυμπιονίκες είχαν αρκεστεί να συγκεντρώνονται και να συζητούν ή να εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους, κανείς δεν θα είχε να πει κουβέντα. Αλλά εκείνοι το είδαν διαφορετικά. Μετατράπηκαν σε σκληρό συνδικαλιστικό όργανο και, προβάλλοντας τις επιτυχίες που έκαναν το έθνος υπερήφανο για τα… γονίδιά του, πέτυχαν προνόμια που δεν υστερούσαν σε τίποτε από την ειδική μεταχείριση των αθλητών στο άλλοτε ανατολικό μπλοκ. Όποιος έχει διαβάσει τον ειδικό νόμο, που είναι στην ουσία «τιμοκατάλογος» αθλητικών επιτυχιών με τη σχολαστικότητα και την ακρίβεια που έχουν τα λογιστικά βιβλία υγιούς επιχείρησης, δεν κατάφερε να μη χαμογελάσει πικρά. Ανάλογα με τη θέση που καταλαμβάνει κάθε αθλητής σε εθνική ή διεθνή διοργάνωση περιγράφεται και το είδος της αργομισθίας που θα απολαμβάνει στις αγκάλες του στοργικού δημοσίου. Πρόκειται για ισόβια «σίτιση εν των πρυτανείω» που κανείς δεν θα του πάρει πίσω- ούτε αν αποδειχθεί ότι ο θρίαμβος δεν οφειλόταν στην ανωτερότητα της φυλής, αλλά στη χρήση απαγορευμένων ουσιών. Σε άλλες χώρες, που δεν εμφορούνται από τα ιδανικά του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού, οι αθλητές που πιάστηκαν ντοπαρισμένοι ζήτησαν δημόσια συγνώμη, διαπομπεύτηκαν, έδωσαν πίσω τα μετάλλιά τους και κατέληξαν στη φυλακή. Στην Ελλάδα όπου γεννήθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες οι ντοπαρισμένοι και διεθνώς ατιμασμένοι εξακολουθούν να κοσμούν με την παρουσία τους τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας και να φέρουν υπερηφάνως τα γαλόνια που τους απονεμήθηκαν σε αναγνώριση των εξαιρέτων υπηρεσιών προς την πατρίδα. Και φυσικά, εκτός των άλλων, εισάγονται άνευ εξετάσεων στην Ανωτάτη Σχολή της προτίμησής τους (κατά κανόνα σε ιατρικές και νομικές, έστω κι αν μόλις και μετά βίας γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή). Πάλι καλά που το κίνημα των Ελλήνων Ολυμπιονικών δεν είχε ζητήσει να αποκτούν τα μέλη του πτυχίο χωρίς την υποχρέωση της παρακολούθησης μαθημάτων (άλλωστε αυτό ισχύει για τη συντριπτική πλειονότητα και των μη προνομιούχων φοιτητών) ή τη δοκιμασία των εξετάσεων. Κι εκεί που όλοι τους είχαν ξεχάσει (φρόντισαν κι οι ίδιοι να λάμψουν δια της απουσίας τους) τους τα χάλασε ο νέος Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού, που είχε τη φαεινή ιδέα να μην αποδίδονται οι τιμές που τιμή δεν έχουν (δηλαδή η αργομισθία) σε εν ενεργεία αθλητές. Να τους βολέψουμε, δηλαδή, κάπου, αλλά αφού πρώτα αποσυρθούν και αφού πάψουν να εισπράττουν από την Ομοσπονδία και τους χορηγούς τους. Ακολούθησε αναταραχή, διαμαρτυρίες, καταγγελίες, απειλές και δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον του αθλητισμού της χώρας, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να αρχίσει να ψελλίζει διάφορες δικαιολογίες και υποσχέσεις ότι το μέτρο θα μελετηθεί- ό εστί μεθερμηνευόμενο ότι θα το πάρει πίσω, όπως έκανε και με τους υπαλλήλους της Βουλής, τους δικηγόρους, τους μηχανικούς και τους ταξιτζήδες. Οι διαμαρτυρόμενοι υποστηρίζουν ότι ο αθλητισμός σε υψηλό διεθνές επίπεδο απαιτεί μεγάλες θυσίες, ότι η πλήρης ενασχόληση με τον πρωταθλητισμό δεν επιτρέπει άλλες ασχολίες, ότι η καριέρα τους είναι σύντομη, ότι κάνουν τους συμπατριώτες τους υπερήφανους με τις επιτυχίες τους και άλλα συμπαθητικά παρόμοια. Όλα αυτά δικαιολογούν, κατά τη γνώμη τους, τη στοργική κρατική μέριμνα για το υπόλοιπο του βίου τους. Θα παρατηρήσετε ότι ο αθλητισμός παρουσιάζεται σαν βιοποριστικό μέσον και όχι ως ψυχική και σωματική ανάγκη ή έστω σαν ευγενές χόμπι. Μάλιστα εν ονόματι των διονυσιασμένων θεατών ή των πονηρών πολιτευτών που σπεύδουν για φωτογραφίες με τους πρωταθλητές, οι θυσίες μερικών ετών πρέπει να εξαργυρώνονται με ισόβια αργομισθία. Στο σκεπτικό του συλλόγου των Ολυμπιονικών υπάρχει μία παράλειψη: δεν αναφέρεται πώς πρέπει (ΑΝ πρέπει) να κολάζονται οι παρανομίες, όπως, π.χ., το ντοπάρισμα. Πάντως ουδείς εξ όσων συνελήφθησαν να κλέβουν τα μετάλλια αποβλήθηκε από τον σύλλογο, ενώ όσοι και όσες ντρόπιασαν (αφού είχαν… τιμήσει) το ελληνικό όνομα παραμένουν σε κορυφαίες θέσεις του δ.σ. και διατηρούν τα αξιώματά τους και τα χρήματα που πηγάζουν από αυτά. Και βέβαια πολύ καλά κάνουν. Αρκεί να θυμηθούμε όλοι τις ουρανομήκεις ζητωκραυγές υπέρ του Κεντέρη και της Θάνου το 2004 στο Ολυμπιακό Στάδιο, που ενώ είχαν… τραυματιστεί σε τροχαίο είχαν πέσει θύματα διεθνούς ανθελληνικής συνωμοσίας για να κατηγορηθούν ότι τάχα απέφυγαν το αντι-ντόπινγκ κοντρόλ. Ως γνωστόν η πλειοψηφία έχει πάντα δίκιο- ακόμη κι όταν καταδικάζει τον Χριστό σε σταυρικό θάνατο. Βέβαια, η κοινή γνώμη σπανίως συμβαδίζει με την κοινή λογική. Γι αυτό θωρείται λογικό να απολαμβάνει δια βίου προνόμια ένας πρωταθλητής που υποβλήθηκε σε θυσίες μερικά χρόνια και επίσης θεωρείται λογικό να παίρνει σύνταξη σε επίπεδο ελεημοσύνης ένας απόμαχος της δουλειάς που αγωνιζόταν δεκαετίες για ένα πενιχρό μεροκάματο ή να δουλεύει σε delivery ένας πτυχιούχος που μετά από πολλά χρόνια μελέτης κοσμεί τις λίστες των ανέργων του ΟΑΕΔ. Κι αφού φορολογηθεί η αποζημίωσή του…
Α. Φ. Ελής Συζητήστε το στο forum [0 replies] |
||||||
|


